Κοινωνικές δεξιότητες στην Προσχολική Ηλικία

Αποκωδικοποίηση, Ρύθμιση, Σύνδεση: Τα τρία κλειδιά για να βοηθήσουμε τα παιδιά να χτίσουν ουσιαστικές σχέσεις

Μεταξύ των γονέων στα σχολεία Dorothy Snot υπάρχουν κάποιες ερωτήσεις που φαίνεται πως είναι πάντα επίκαιρες. Κάποιες από αυτές αφορούν την κοινωνικοποίηση των παιδιών και την στήριξη της αυτοπεποίθησης τους. Κάποιες άλλες επικεντρώνονται στην διαχείριση των συναισθημάτων τους αλλά και των κοινωνικών τους σχέσεων. H πρόθεση μου είναι να απαντήσω σε όλα αυτά εξετάζοντας τα κάτω από το πρίσμα της εκπαιδευτικής μας φιλοσοφίας.

Ας ξεκινήσουμε όμως από την αρχή -ορίζοντας δηλαδή το «πρόβλημα»

Υπάρχει μια παρανόηση ή οποία δεν μας αφήνει να βοηθήσουμε τα παιδιά να αναπτύξουν τις κοινωνικές τους δεξιότητες με αποτέλεσμα εκείνα να δυσκολεύονται στις σχέσεις τους και οι ενήλικες να ματαιώνονται νιώθοντας πως το παιδί «δεν τους ακούει» και έχει «κακή συμπεριφορά».

Η μεγάλη παρανόηση είναι πως οι κοινωνικές δεξιότητες ή αυτό που κάπως απλοϊκά καμιά φορά ονομάζουμε «καλή συμπεριφορά» είναι κάποιου είδους επιλογή των παιδιών που συνειδητά επιλέγουν να μην συνεργάζονται με τους άλλους, ενήλικες ή συνομήλικους τους.

Στην πραγματικότητα όταν μιλάμε για κοινωνικές δεξιότητες εννοούμε το σύνολο των γνωστικών και συναισθηματικών ικανοτήτων* που επιτρέπουν στο παιδί να κατανοεί τον κόσμο, να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του και να αλληλεπιδρά με τους άλλους, με τρόπους που είναι θετικοί τόσο για το ίδιο όσο και για το περιβάλλον του.

Γιατί αυτό έχει σημασία ; Μα γιατί μας βοηθά να θυμόμαστε πως οι ικανότητες μας αναπτύσσονται και είναι αποτέλεσμα μίας μαθησιακής διαδικασίας, όπως είναι η ικανότητα μας να γράφουμε και να διαβάζουμε. Ενώ θα ήταν παράλογο όμως να είμαστε θυμωμένοι με ένα παιδί που δεν έχει καταφέρει ακόμη να διαβάζει, πολλές φορές ως ενήλικες νιώθουμε συναισθηματικά φορτισμένοι μπροστά σε ένα παιδί που έχει δυσκολίες ως προς τις κοινωνικές του δεξιότητες.

Ποιες είναι όμως αυτές οι ικανότητες* ;

Η ικανότητα «Αποκωδικοποίησης» (Decoding)

Πριν το παιδί αλληλεπιδράσει, πρέπει να καταλάβει τι συμβαίνει γύρω του, είναι η ικανότητα του εγκεφάλου να νοηματοδοτεί στοιχεία από το περιβάλλον:

  • «Γιατί ο Γιώργος κρύβει το πρόσωπο του μέσα στις παλάμες του ;» (Ανάγνωση μη λεκτικών σημάτων).
  • «Εδώ τρέχουμε ή περπατάμε;» (Ανάγνωση του πλαισίου).
  • «Αν του πάρω το παιχνίδι, τι θα συμβεί;» (Πρόβλεψη συνεπειών).

Tip: Ένα παιδί με «καλή συμπεριφορά» μπορεί να μην χτυπάει επειδή φοβάται την τιμωρία. Ένα παιδί που έχει κατακτήσει κοινωνικές δεξιότητες δεν χτυπάει επειδή έχει αποκωδικοποιήσει ότι ο άλλος θα πονέσει και το παιχνίδι θα χαλάσει.

H ικανότητα «Εσωτερικής Ρύθμισης» (Regulation)

Ίσως το πιο σημαντικό κομμάτι είναι η διαχείριση της «εσωτερικής καταιγίδας» που νιώθει το παιδί όταν τα πράγματα δεν γίνονται όπως θέλει.

  • Είναι η ικανότητα να νιώθει θυμό αλλά να μην αφήνει το χέρι του να χτυπήσει (Αναστολή παρόρμησης).
  • Είναι η ικανότητα να ηρεμεί τον εαυτό του όταν χάνει σε ένα παιχνίδι.

H ικανότητα «Σύνδεσης» (Connection)

Είναι τα εργαλεία που χτίζουν γέφυρες με τους άλλους ανθρώπους.

  • Η ικανότητα να ακούει ενεργητικά και να περιμένει τη σειρά του.
  • Η ικανότητα να διαπραγματεύεται («Θα παίξεις εσύ πρώτα και μετά εγώ;») αντί να επιβάλλεται.
  • Η ικανότητα να ζητά βοήθεια με κατάλληλο τρόπο.

Το πιο σημαντικό, τα παιδιά δεν θα ακολουθήσουν τους «κανόνες» «καλής συμπεριφοράς» απλά επειδή τους το ζητάμε. Οι δεξιότητες μαθαίνονται δεν επιβάλλονται και όπως πολύ συχνά θα έχετε διαβάσει ή ακούσει από εμάς η μάθηση δεν μεταδίδεται αλλά ανακαλύπτεται.

Θα πρέπει λοιπόν το παιδί να ανακαλύψει αυτές τις δεξιότητες που θα του επιτρέψουν να επικοινωνούν και να συνεργάζονται με τους άλλους. Στην πραγματικότητα όλα τα παιδιά το θέλουν αυτό πολύ περισσότερο από τους γεμάτους αγωνία γονείς και δασκάλους τους. Τα παιδιά περνάνε πολύ πιο όμορφα όταν συνεργάζονται, μοιράζονται και συνυπάρχουν με τους άλλους αρμονικά, απλά όλα αυτά είναι δύσκολα με την έννοια πως χρειάζεται να μάθουμε πως μπορούμε να τα κατακτήσουμε, κανένας μας δεν γεννήθηκε με προ εγκαταστημένες αυτές τις δεξιότητες.

Πως μπορεί να γίνει αυτό – παραδείγματα :

Αποκωδικοποίηση:

Για να μπορέσει ένα παιδί να αντιληφθεί τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος στο οποίο βρίσκεται κάθε φορά θα χρειαστεί εμείς οι ενήλικες να έχουμε προετοιμάσει να πάρουμε το ρόλο του αφηγητή.

Ας δούμε πως αυτό μπορεί να γίνει από την οπτική ενός εκπαιδευτικού.

Υποθέτουμε πως βρισκόμαστε στην τάξη και πρόκειται να ακολουθήσει μία δραστηριότητα όπου όλοι θα δίνουμε το μπαλάκι στον διπλανό μας ώστε να μιλήσουμε για το πως περάσαμε το Σαββατοκύριακο μας.

«όταν τελειώσουμε αυτό που έχουμε να πούμε θα δώσουμε το μπαλάκι στο χέρι του διπλανού μας λέγοντας πως : τώρα είναι η δική σου σειρά»

Μπορούμε επίσης να προσθέσουμε: «τι πιστεύετε πως θα γίνει αν κρατήσουμε το μπαλάκι μόνο για εμάς;» «πως θα νιώσει ο διπλανός μας;»

Από την οπτική ενός γονέα, πριν μπούμε σε μια νέα συνθήκη (π.χ. σε μια επίσκεψη), κάνουμε μια παύση στην πόρτα.

«Ας σταθούμε λίγο να δούμε τι γίνεται εδώ μέσα. Έχει φασαρία και τρέξιμο ή ηρεμία; Τι ταιριάζει να κάνουμε εμείς για να συντονιστούμε με την υπόλοιπη ομάδα;»

Σε ήρεμες στιγμές, διαβάζοντας μια ιστορία, ρωτάμε:

«Αν ο ήρωας κάνει αυτό που σκέφτεται, τι πιστεύεις ότι θα συμβεί μετά; Πώς θα νιώσουν οι άλλοι;».

Έτσι χτίζουμε τη γέφυρα αιτίας-αποτελέσματος χωρίς την πίεση της πραγματικής σύγκρουσης.

Εσωτερική Ρύθμιση:

Εδώ το παιδί χρειάζεται έναν «εξωτερικό εγκέφαλο» για να το ηρεμήσει, καθώς ο δικός του είναι πλημμυρισμένος από συναίσθημα. Ο στόχος δεν είναι να εξαφανίσουμε τον θυμό, αλλά να ελέγξουμε την αντίδραση.

Αποδοχή συναισθήματος, οριοθέτηση πράξης: Λέμε χαρακτηριστικά: «Βλέπω ότι είσαι πολύ θυμωμένος που χάλασε ο πύργος σου. Είναι εντάξει να θυμώνεις. Δεν είναι εντάξει όμως να χτυπάς τον αδερφό σου».

Σωματική εκτόνωση: Η ένταση στο σώμα του παιδιού είναι ενέργεια που ζητάει διέξοδο, όχι καταπίεση. Αντί να του ζητήσουμε να μείνει ακίνητο, του δίνουμε έναν ασφαλή στόχο: «Βλέπω ότι τα χέρια σου θέλουν να σπρώξουν. Έλα να σπρώξουμε μαζί δυνατά τον τοίχο ή να ζουλήξουμε με όλη μας τη δύναμη το μαξιλάρι μέχρι να φύγει η δύναμη από μέσα σου». Μετατρέπουμε την επιθετική ορμή σε κινητική εκτόνωση.

Γινόμαστε το παράδειγμα με την ηρεμία μας: Σε στιγμές μεγάλης κρίσης, τα πολλά λόγια και οι εξηγήσεις συχνά φέρνουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Αυτό που βοηθάει περισσότερο είναι η σταθερή, ήρεμη παρουσία μας. Κατεβαίνουμε στο ύψος του, παίρνουμε βαθιές ανάσες (ώστε να συντονιστεί ο ρυθμός του με τον δικό μας) και του προσφέρουμε μια «άγκυρα»: «Είμαι εδώ. Είμαστε ασφαλείς. Θα περιμένουμε μαζί μέχρι να περάσει αυτό το μεγάλο κύμα». Το παιδί μαθαίνει να ρυθμίζεται, νιώθοντας τη δική μας ρύθμιση.

Σύνδεση: Δεν γίνεται να βοηθήσεις ένα παιδί να συμπεριφέρεται καλύτερα με το να το κάνεις να νιώθει άσχημα. Όταν τα παιδιά νιώθουν καλά, συμπεριφέρονται θετικά. Επίσης δεν αρκεί να πούμε σε ένα παιδί «μίλα όμορφα», πρέπει να του μάθουμε τι να πει.

Όταν στο σχολείο δύο παιδιά τσακώνονται για ένα αντικείμενο, ως εκπαιδευτικοί αποφεύγουμε να γίνουμε δικαστές που αποφασίζουν ποιος έχει δίκιο. Αντίθετα, θέτουμε το πρόβλημα στην ομάδα: «Έχουμε ένα φορτηγό, αλλά δύο οδηγούς που θέλουν να το οδηγήσουν τώρα. Αυτό είναι ένα δύσκολο πρόβλημα. Ποιες ιδέες έχετε για να το λύσουμε;». Έτσι, μετατρέπουμε τη σύγκρουση σε μια ευκαιρία συνεργασίας, όπου τα παιδιά καλούνται να σκεφτούν λύσεις (π.χ. χρονόμετρο, εναλλαγή ρόλων) αντί να περιμένουν την επιβολή της λύσης από εμάς.

Επίσης ένα από τα πιο συχνά παράπονα είναι το «δεν με παίζουν». Συχνά αυτό συμβαίνει επειδή το παιδί εισβάλλει απότομα στο παιχνίδι των άλλων. Του δείχνουμε έναν διαφορετικό τρόπο: Πρώτα παρατηρούμε τι παίζουν (π.χ. μαγείρεμα). Μετά, αντί να ρωτήσει αόριστα «μπορώ να παίξω;» (που εύκολα παίρνει την απάντηση «όχι»), το ενθαρρύνουμε να προτείνει έναν ρόλο που λείπει: «Χρειάζεστε κάποιον να σερβίρει τα φαγητά;» ή «Μπορώ να γίνω ο πελάτης στο μαγαζί;». Όταν προσφέρεις αξία στο παιχνίδι της ομάδας, η πόρτα ανοίγει πολύ πιο εύκολα.

Η σύνδεση δεν σημαίνει μόνο συμφωνία, σημαίνει και σεβασμός. Μαθαίνουμε στο παιδί να χρησιμοποιεί τη φωνή του αντί για τα χέρια του όταν κάτι δεν του αρέσει. Εξασκούμε συγκεκριμένες φράσεις: «Σταμάτα, δεν μου αρέσει αυτό» ή «Μην με σπρώχνεις, θέλω λίγο χώρο». Όταν το παιδί νιώθει ότι έχει τα λόγια για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, μειώνεται η ανάγκη να χρησιμοποιήσει τα χέρια του για να βάλει όρια.

Συνοψίζοντας:

Οι κοινωνικές δεξιότητές είναι το αποτέλεσμα μιας σύνθετης αλληλεπίδρασης τριών πυλώνων που επιτρέπουν στο παιδί να διαχειρίζεται τον εαυτό του και να αλληλεπιδρά με τους άλλους.

· Στο Γνωστικό επίπεδο είναι η ικανότητα των παιδιών να «διαβάζουν» κοινωνικές καταστάσεις και να αναπτύξουν την αντίληψη πως οι άλλοι έχουν διαφορετικές σκέψεις/συναισθήματα από εμάς. Επίσης χρειάζεται να κατανοήσουν τις προσδοκίες που έχουμε από αυτά.

· Στο Συναισθηματικό επίπεδο είναι ικανότητα αναγνώρισης, έκφρασης και ρύθμισης των συναισθημάτων του εαυτού (αυτορρύθμιση) και η αναγνώριση των συναισθημάτων των άλλων (ενσυναίσθηση).

· Στο Συμπεριφορικό επίπεδο μιλάμε για τα μικρά κατορθώματα της καθημερινότητας: να κάνουμε “παύση” για να ακούσουμε τον άλλον, να κρατάμε τα χέρια και τα πόδια μας στο δικό μας σώμα και να χρησιμοποιούμε λέξεις όπως το “σταμάτα” ή το “δεν μου αρέσει” αντί να σπρώχνουμε όταν θυμώνουμε.

Βασική Επισήμανση: Ένα παιδί δεν μπορεί να «φερθεί κοινωνικά» (Συμπεριφορικό επίπεδο), αν δεν μπορεί ακόμα να διαχειριστεί την απογοήτευσή του (Συναισθηματικό επίπεδο ) ή να κατανοήσει γιατί είναι απαραίτητο να μοιράζεται (Γνωστικό επίπεδο).

Κλείνοντας, ας θυμόμαστε πως η κατάκτηση των κοινωνικών δεξιοτήτων δεν είναι ένας αγώνας ταχύτητας, αλλά μια διαδικασία σταδιακής ανάπτυξης. Όπως δείχνουμε υπομονή όταν το παιδί μαθαίνει να περπατά ή να γράφει, έτσι χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε και τις αναμενόμενες δυσκολίες στην αλληλεπίδραση, βλέποντάς τες όχι ως αποτυχίες, αλλά ως ευκαιρίες μάθησης. Ο πιο σημαντικός ρόλος του ενήλικα, είτε ως γονέας είτε ως εκπαιδευτικός,, είναι να αποτελεί το σταθερό πρότυπο και το πλαίσιο ασφάλειας που χρειάζονται τα παιδιά για να πειραματιστούν και να κατανοήσουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Με τη δική μας ήρεμη καθοδήγηση και ενσυναίσθηση, τα παιδιά θα καταφέρουν τελικά όχι απλώς να συμπεριφέρονται “σωστά”, αλλά να συνδέονταιαυθεντικά και αρμονικά με τους γύρω τους.